εσκεμμένος
•
- αυτός που γίνεται επίτηδες, με σκοπιμότητα και πρόθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσκεμμένος < ἐσκεμμένος, αρχαία μετοχή παρακειμένου του σκέπτομαι
Άλλοι τύποι
εσκεμμέναεσκεμμένεεσκεμμένεςεσκεμμένηεσκεμμένηςεσκεμμένοεσκεμμένοιεσκεμμένοςεσκεμμένουεσκεμμένουςεσκεμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →