Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσνάφι

/esˈna.fi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοτο σινάφι Βικιλεξικό
    • Μεγάλος επαγγελματικός σύλλογος ήταν το εσνάφι των αρτοποιών αφού στην Σμύρνη λειτουργούσαν 250 φούρνοι, από τους οποίους οι 220 παρασκεύ­αζαν άρτο.

Ετυμολογία

εσνάφι < καθαρεύουσα ἐσνάφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική اصناف (esnaf) (< αραβική أصناف (ʔaṣnāf) < πληθυντικός του صنف (ṣinf, είδος)) + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεσνάφιεσνάφια
Γενικήεσναφιούεσναφιών
Αιτιατικήεσνάφιεσνάφια
Κλητικήεσνάφιεσνάφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →