εσοδεύω
•
- έχω ως έσοδο ή ως εισόδημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσοδεύω < μεσαιωνική ελληνική εσοδεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εσοδεύω < μεσαιωνική ελληνική εσοδεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →