εσπαντρίγια
•
- υπόδησηελαφρύ παπούτσι που το επάνω μέρος φτιαχτεί από ύφασμα και το κάτω από ψάθα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσπαντρίγια < γαλλική espadrille < οξιτανική espardilha < espart < λατινική spartum < αρχαία ελληνική σπάρτον (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εσπαντρίγια | εσπαντρίγιες |
| Γενική | εσπαντρίγιας | — |
| Αιτιατική | εσπαντρίγια | εσπαντρίγιες |
| Κλητική | εσπαντρίγια | εσπαντρίγιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →