Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσπερίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εσπερινή / βραδινή κοινωνική εκδήλωση με συγκέντρωση κόσμου και ευχάριστες ή χρήσιμες δραστηριότητες και συναναστροφές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εσπερίδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἑσπερίς από την αιτιατική σε ἑσπερίδα, θηλυκό του ἑσπέριος < αρχαία ελληνική ἑσπέρα (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική soirée)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεσπερίδαεσπερίδες
Γενικήεσπερίδαςεσπερίδων
Αιτιατικήεσπερίδαεσπερίδες
Κλητικήεσπερίδαεσπερίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →