εσπεραντικός
•
- σχετικός με τη γλώσσα εσπεράντο, γραμμένος σε αυτή τη γλώσσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσπεραντικός < εσπεράντ(ο) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εσπεραντικός | εσπεραντική | εσπεραντικό |
| Γενική | εσπεραντικού | εσπεραντικής | εσπεραντικού |
| Αιτιατική | εσπεραντικό | εσπεραντική | εσπεραντικό |
| Κλητική | εσπεραντικέ | εσπεραντική | εσπεραντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εσπεραντικοί | εσπεραντικές | εσπεραντικά |
| Γενική | εσπεραντικών | εσπεραντικών | εσπεραντικών |
| Αιτιατική | εσπεραντικούς | εσπεραντικές | εσπεραντικά |
| Κλητική | εσπεραντικοί | εσπεραντικές | εσπεραντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →