Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσπεραντικός

/e.spe.ɾan.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη γλώσσα εσπεράντο, γραμμένος σε αυτή τη γλώσσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εσπεραντικός < εσπεράντ(ο) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσπεραντικόςεσπεραντικήεσπεραντικό
Γενικήεσπεραντικούεσπεραντικήςεσπεραντικού
Αιτιατικήεσπεραντικόεσπεραντικήεσπεραντικό
Κλητικήεσπεραντικέεσπεραντικήεσπεραντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσπεραντικοίεσπεραντικέςεσπεραντικά
Γενικήεσπεραντικώνεσπεραντικώνεσπεραντικών
Αιτιατικήεσπεραντικούςεσπεραντικέςεσπεραντικά
Κλητικήεσπεραντικοίεσπεραντικέςεσπεραντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →