Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσπεριδοειδή

/e.spe.ɾi.ðo.iˈði/ουσιαστικό
•
  1. βοτανικήονομασία οπωροφόρων αειθαλών δέντρων που ανήκουν στην οικογένεια των Ρυτοειδών (Rutaceae) και κυρίως στο γένος Κίτρος (Citrus) (όπως πορτοκαλιά, λεμονιά, μανταρινιά κ.ά.) με ξινή ή υπόξινη γεύση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εσπεριδοειδή < αρχαία ελληνική Ἑσπερίδ(ες) + -ο- + -ειδής στον πληθυντικό -ειδή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hespéridées < αρχαία ελληνική Ἑσπερίδες

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεσπεριδοειδήεσπεριδοειδή
Γενική—εσπεριδοειδών
Αιτιατική—εσπεριδοειδή
Κλητική—εσπεριδοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →