Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσπερινός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείαεκκλησιαστική λειτουργία, που γίνεται κατά τη δύση του ήλιου και σηματοδοτεί την έναρξη της επόμενης ημέρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εσπερινός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑσπερινός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεσπερινή / εσπερινός / εσπερινόεσπερινές / εσπερινοί / εσπερινά
Γενικήεσπερινής / εσπερινού / εσπερινούεσπερινών / εσπερινών / εσπερινών
Αιτιατικήεσπερινή / εσπερινό / εσπερινόεσπερινές / εσπερινούς / εσπερινά
Κλητικήεσπερινή / εσπερινέ / εσπερινόεσπερινές / εσπερινοί / εσπερινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εσπερινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβαίνει το βράδυ ή σχετίζεται με αυτό Βικιλεξικό
  2. που συμβαίνει το βράδυ ή σχετίζεται με αυτό Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοο Εσπερινός, ο πλανήτης Αφροδίτη κατά τη δύση του ήλιου Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοακολουθία της χριστιανικής παράδοσης με ψαλμούς, ύμνους και προσευχές και τελείται το απόγευμα (την εσπέρα). Είναι η πρώτη ακολουθία της ημέρας. Βικιλεξικό
    • ..του Ευαγγελίου και των Πράξεων, βασίζεται στην παράδοση, που αποτυπώθηκε στην υμνολογία (στιχηρά του Εσπερινού) και στο Συναξάριο της Αναλήψεως, όπως επίσης και στον Βίο της Παναγίας του ιερομονάχου Επιφανίου. (Εικόνες της Κρητικής τέχνης από τον Χάνδακα ως την Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, επιμ. Μανόλης Μπουρμπουδάκης, 2004, σελ. 367)

Ετυμολογία

εσπερινός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑσπερινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσπερινόςεσπερινήεσπερινό
Γενικήεσπερινούεσπερινήςεσπερινού
Αιτιατικήεσπερινόεσπερινήεσπερινό
Κλητικήεσπερινέεσπερινήεσπερινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσπερινοίεσπερινέςεσπερινά
Γενικήεσπερινώνεσπερινώνεσπερινών
Αιτιατικήεσπερινούςεσπερινέςεσπερινά
Κλητικήεσπερινοίεσπερινέςεσπερινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →