εστερικός
•
- χημείαπου έχει σχέση με εστέρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εστερικός < εστέρας + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εστερικός | εστερική | εστερικό |
| Γενική | εστερικού | εστερικής | εστερικού |
| Αιτιατική | εστερικό | εστερική | εστερικό |
| Κλητική | εστερικέ | εστερική | εστερικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εστερικοί | εστερικές | εστερικά |
| Γενική | εστερικών | εστερικών | εστερικών |
| Αιτιατική | εστερικούς | εστερικές | εστερικά |
| Κλητική | εστερικοί | εστερικές | εστερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →