Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εστερικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με εστέρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εστερικός < εστέρας + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεστερικόςεστερικήεστερικό
Γενικήεστερικούεστερικήςεστερικού
Αιτιατικήεστερικόεστερικήεστερικό
Κλητικήεστερικέεστερικήεστερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεστερικοίεστερικέςεστερικά
Γενικήεστερικώνεστερικώνεστερικών
Αιτιατικήεστερικούςεστερικέςεστερικά
Κλητικήεστερικοίεστερικέςεστερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →