εσχάρα
•
- ναυπηγικός όροςειδική κλίνη για τη ναυπήγηση ή επισκευή πλοίων Βικιλεξικό
- αρχαιολογίαειδική κατασκευή στο έδαφος που χρησίμευε για τη θυσία Βικιλεξικό
- ιατρικήοι ξεραμένοι ιστοί (κρούστα) που εμφανίζονται σε πληγή μετά από λίγο καιρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσχάρα < αρχαία ελληνική ἐσχάρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εσχάρα | εσχάρες |
| Γενική | εσχάρας | — |
| Αιτιατική | εσχάρα | εσχάρες |
| Κλητική | εσχάρα | εσχάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →