εσχάτως
•
- λόγιοτώρα τελευταία, πρόσφατα, προσφάτως, τον τελευταίο καιρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσχάτως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐσχάτως. Συγχρονικά αναλύεται σε έσχατ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →