εσωκλείστως
•
- λόγιοκλεισμένο μέσα σε φάκελο μαζί με επιστολή Βικιλεξικό
- Εκτός από το e-mail, σας στέλνω κι αυτό το σημείωμα και την απόδειξη πληρωμής εσωκλείστως.
Ετυμολογία
εσωκλείστως < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐσωκλείστως. Συγχρονικά αναλύεται σε εσώκλειστ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →