εσωτερικά
•
- ό,τι γίνεται στην επικράτεια ενός κράτους ή την αφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσωτερικά < εσωτερικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εσωτερικά < εσωτερικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
εσωτερικά < εσωτερικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →