Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσωτερικά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ό,τι γίνεται στην επικράτεια ενός κράτους ή την αφορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εσωτερικά < εσωτερικ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εσωτερικά

επίρρημα
•
  1. στο εσωτερικό, μέσα Βικιλεξικό
  2. όσον αφορά στο εσωτερικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εσωτερικά < εσωτερικ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →