εσωτερικοποιώ
•
- εσωτερικεύω Βικιλεξικό
- ενστερνίζομαι, αντιλαμβάνομαι, κατανοώ Βικιλεξικό
- Δεν κρίνεται το περίγραμμα, αλλά η σημειολογία μιας στάσης ζωής, μιας αντίληψης για το τι σημαίνει συμπεριφέρομαι σε δημόσιο χώρο και, πάνω απ’ όλα, τι σημαίνει εσωτερικοποιώ τον θεσμικό ρόλο που ανέλαβα με ψήφο μάλιστα από τους πολίτες. (εφ. Καθημερινή, 17/5/2016)
Ετυμολογία
εσωτερικοποιώ < εσωτερικός + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική internalize)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εσωτερικοποιώ | εσωτερικοποιείς | εσωτερικοποιεί | εσωτερικοποιούμε | εσωτερικοποιείτε | εσωτερικοποιούν / εσωτερικοποιούνε |
| Παρατατικός | εσωτερικοποιούσα | εσωτερικοποιούσες | εσωτερικοποιούσε | εσωτερικοποιούσαμε | εσωτερικοποιούσατε | εσωτερικοποιούσαν / εσωτερικοποιούσανε |
| Αόριστος | εσωτερικοποίησα | εσωτερικοποίησες | εσωτερικοποίησε | εσωτερικοποιήσαμε | εσωτερικοποιήσατε | εσωτερικοποίησαν / εσωτερικοποιήσαν / εσωτερικοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα εσωτερικοποιήσω / θα εσωτερικοποιώ | θα εσωτερικοποιήσεις / θα εσωτερικοποιείς | θα εσωτερικοποιήσει / θα εσωτερικοποιεί | θα εσωτερικοποιήσουμε / θα εσωτερικοποιούμε | θα εσωτερικοποιήσετε / θα εσωτερικοποιείτε | θα εσωτερικοποιήσουν / θα εσωτερικοποιήσουνε / θα εσωτερικοποιούν / θα εσωτερικοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω εσωτερικοποιήσει | έχεις εσωτερικοποιήσει | έχει εσωτερικοποιήσει | έχουμε εσωτερικοποιήσει | έχετε εσωτερικοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εσωτερικοποιήσει | είχες εσωτερικοποιήσει | είχε εσωτερικοποιήσει | είχαμε εσωτερικοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εσωτερικοποιήσει / να εσωτερικοποιήσω / να εσωτερικοποιώ | να έχεις εσωτερικοποιήσει / να εσωτερικοποιήσεις / να εσωτερικοποιείς | να έχει εσωτερικοποιήσει / να εσωτερικοποιήσει / να εσωτερικοποιεί | να έχουμε εσωτερικοποιήσει / να εσωτερικοποιήσουμε / να εσωτερικοποιούμε | να έχετε εσωτερικοποιήσει / να εσωτερικοποιήσετε / να εσωτερικοποιείτε | να εσωτερικοποιήσουν / να εσωτερικοποιήσουνε / να εσωτερικοποιούν / να εσωτερικοποιούνε |
| Προστακτική | — | εσωτερικοποίει / εσωτερικοποίησε | — | — | εσωτερικοποιήστε / εσωτερικοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →