εσωτερισμός
•
- θρησκείαπίστη ή γνώσεις που δεν πρέπει να είναι ευρέως γνωστές αλλά μόνο σε μικρό μυημένο κοινό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη εσωτερικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσωτερισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική ésotérisme < αρχαία ελληνική ἐσώτερος < ἔσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εσωτερισμός | εσωτερισμοί |
| Γενική | εσωτερισμού | εσωτερισμών |
| Αιτιατική | εσωτερισμό | εσωτερισμούς |
| Κλητική | εσωτερισμέ | εσωτερισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →