Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσύ

/eˈsi/αντωνυμία, αρσενικό
•
  1. προσωπική αντωνυμίαδηλώνει το β' ενικό πρόσωπο στην επικοινωνία, αυτός στον οποίο απευθύνεται κάποιος Βικιλεξικό
    • εσύ μίλησες;
  2. εσείς, εσάς/σας, σε πληθυντικό ευγενείας Βικιλεξικό
    • εσείς είσαστε, κύριε;
  3. αντί σου ως έμμεσο αντικείμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εσύ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐσύ < αρχαία ελληνική σύ, με προσθήκη του ἐ- κατά τα ἐγώ, ἐμέ

Άλλοι τύποι

αυτάαυτέςαυτήαυτήναυτήςαυτοίαυτούαυτούςαυτόαυτόναυτόςαυτώνεγώεμάςεμέναεμείςεμούεσάςεσέναεσείςεσύμαςμεμουσαςσεσουτεςτιςτοιτος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →