εσύ
•
- προσωπική αντωνυμίαδηλώνει το β' ενικό πρόσωπο στην επικοινωνία, αυτός στον οποίο απευθύνεται κάποιος Βικιλεξικό
- εσύ μίλησες;
- εσείς, εσάς/σας, σε πληθυντικό ευγενείας Βικιλεξικό
- εσείς είσαστε, κύριε;
- αντί σου ως έμμεσο αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσύ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐσύ < αρχαία ελληνική σύ, με προσθήκη του ἐ- κατά τα ἐγώ, ἐμέ
Άλλοι τύποι
αυτάαυτέςαυτήαυτήναυτήςαυτοίαυτούαυτούςαυτόαυτόναυτόςαυτώνεγώεμάςεμέναεμείςεμούεσάςεσέναεσείςεσύμαςμεμουσαςσεσουτεςτιςτοιτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →