εσώρουχο
•
- ρούχα μεταξύ γυμνού σώματος & εξωτερικών ρούχων Βικιλεξικό
- Όταν έμειναν μόνοι τους, εκείνη αναφέρθηκε στον καιρό, στις εκπτώσεις και στα εσώρουχα που θα ήθελε να αγοράσει, στη μανικιουρίστα που τελευταία δεν της πετυχαίνει το γαλλικό στο ημιμόνιμο. (Αννέτα Μαρκογιαννάκη, Μάθε με να σ' αγαπώ, Ελληνοεκδοτική, 2020)
- βρακί= το κάτω εσώρουχο τῆς γυναίκας εἰδικότερα, γιατί τοῦ ἄντρα λέγεται κυρίως σόβρακο. Σήμερα έχει ἀντικατασταθεῖ στήν κοινή χρήση από τήν κιλότα, τό κιλοτάκι καί τό σλιπ, ἀλλά ἔχει μείνει στίς παροιμιώδεις ἐκφράσεις καί στίς βρισιές. (Ε. Παπαζαχαρίου, Λεξικό της Ελληνικής αργκό επί τόπου καταγραφή, εκδ. Κάκτος, 1999)
Ετυμολογία
εσώρουχο < εσω(τερικό) + ρούχο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εσώρουχο | εσώρουχα |
| Γενική | εσωρούχου / εσώρουχου | εσωρούχων |
| Αιτιατική | εσώρουχο | εσώρουχα |
| Κλητική | εσώρουχο | εσώρουχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →