Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσώτερος

/eˈso.te.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που βρίσκεται πιο μέσα Βικιλεξικό
    • Δεν του επιτράπηκε η είσοδος στα εσώτερα διαμερίσματα των ανακτόρων.

Ετυμολογία

εσώτερος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐσώτερος < ἔσω + -τερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσώτεροςεσώτερηεσώτερο
Γενικήεσώτερουεσώτερηςεσώτερου
Αιτιατικήεσώτεροεσώτερηεσώτερο
Κλητικήεσώτερεεσώτερηεσώτερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσώτεροιεσώτερεςεσώτερα
Γενικήεσώτερωνεσώτερωνεσώτερων
Αιτιατικήεσώτερουςεσώτερεςεσώτερα
Κλητικήεσώτεροιεσώτερεςεσώτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →