εσώψυχος
•
- για επιθυμίεςπου υπάρχει μέσα στην ψυχή κάποιου, συνήθως ανεκδήλωτος Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοεσώψυχα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσώψυχος < εσώ- + -ψυχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εσώψυχος | εσώψυχή / εσώψυχη | εσώψυχο |
| Γενική | εσώψυχου | εσώψυχης | εσώψυχου |
| Αιτιατική | εσώψυχο | εσώψυχη | εσώψυχο |
| Κλητική | εσώψυχε | εσώψυχη | εσώψυχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εσώψυχοι | εσώψυχες | εσώψυχα |
| Γενική | εσώψυχων | εσώψυχων | εσώψυχων |
| Αιτιατική | εσώψυχους | εσώψυχες | εσώψυχα |
| Κλητική | εσώψυχοι | εσώψυχες | εσώψυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →