ετάζω
•
- αρχαιοπρεπέςεξετάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετάζω < αρχαία ελληνική ἐτάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ετάζω < αρχαία ελληνική ἐτάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →