εταίρος
•
- το μέλος μιας εταιρείας, κερδοσκοπικής ή μη Βικιλεξικό
- το μέλος μιας συμμαχίας ή ένωσης κρατών Βικιλεξικό
- Οι υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης δεν πρέπει να περιμένουν καμιά διευκόλυνση από τις εταίρους τους (από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 3 Μαρτίου 2011)
- (ως επίθετο)
- ιστορίαο ευγενής που υπηρετούσε στο ομώνυμο σώμα του μακεδονικού ιππικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εταίρος < αρχαία ελληνική ἑταῖρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εταίρος | εταίροι |
| Γενική | εταίρου | εταίρων |
| Αιτιατική | εταίρο | εταίρους |
| Κλητική | εταίρε | εταίροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →