Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εταίρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το μέλος μιας εταιρείας, κερδοσκοπικής ή μη Βικιλεξικό
  2. το μέλος μιας συμμαχίας ή ένωσης κρατών Βικιλεξικό
    • Οι υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης δεν πρέπει να περιμένουν καμιά διευκόλυνση από τις εταίρους τους (από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 3 Μαρτίου 2011)
    • (ως επίθετο)
  3. ιστορίαο ευγενής που υπηρετούσε στο ομώνυμο σώμα του μακεδονικού ιππικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εταίρος < αρχαία ελληνική ἑταῖρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεταίροςεταίροι
Γενικήεταίρουεταίρων
Αιτιατικήεταίροεταίρους
Κλητικήεταίρεεταίροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →