Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εταιρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοπορνεία Βικιλεξικό
  2. σπάνιοοι σχέσεις και η συνεργασία των εταίρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εταιρισμός < ελληνιστική κοινή ἑταιρισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεταιρισμόςεταιρισμοί
Γενικήεταιρισμούεταιρισμών
Αιτιατικήεταιρισμόεταιρισμούς
Κλητικήεταιρισμέεταιρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →