ετερογένεση
•
- βιολογίαη αναπαραγωγή άλλες φορές με παρθενογένεση κι άλλες με γονιμοποίηση Βικιλεξικό
- βιολογίαη διάφορη και μη κανονική ανάπτυξη διαφορετικών τμημάτων ενός οργανισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετερογένεση < αγγλική heterogenesis < hetero- (<ετερο-) + genesis (<γένεσις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετερογένεση | ετερογενέσεις |
| Γενική | ετερογένεσης | ετερογενέσεων |
| Αιτιατική | ετερογένεση | ετερογενέσεις |
| Κλητική | ετερογένεση | ετερογενέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →