ετερογαμία
•
- βιολογίαγονιμοποίηση με ένωση διαφορετικών γαμετών Βικιλεξικό
- κοινωνιολογίαγάμος μεταξύ ατόμων με μεγάλες κοινωνικές ή άλλες διαφορές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετερογαμία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hétérogamie < αρχαία ελληνική ἕτερος + γαμέω. βλ. λέξη ἑτερογαμία μεσαιωνικής περιόδου με διαφορετική σημασία (δεύτερος γάμος).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετερογαμία | ετερογαμίες |
| Γενική | ετερογαμίας | ετερογαμιών |
| Αιτιατική | ετερογαμία | ετερογαμίες |
| Κλητική | ετερογαμία | ετερογαμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →