Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετερογονία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βιολογίαετερογένεση Βικιλεξικό
  2. βιολογίαη διάφορη και μη κανονική ανάπτυξη διαφορετικών τμημάτων ενός οργανισμού Βικιλεξικό
  3. γλωσσολογίαη περίπτωση που μια ελληνογενής ξένη λέξη λαμβάνει διαφορετική -ή ακόμα και αντίθετη- σημασία από την αντίστοιχή της ελληνική Βικιλεξικό
    • Πρόκειται για μιαν ακόμα περίπτωση “ετερογονίας” (έτσι το είχε πει ο Θ. Τάσιος), με ελληνογενή αγγλική λέξη που έχει όμως πάρει διαφορετική σημασία από την υποτιθέμενη πανομοιότυπη αντίστοιχη ελληνική. Κι όπως το empathy δεν μεταφράζεται “εμπάθεια” (αλλά περίπου το αντίθετο) και ο sycophant δεν είναι ο συκοφάντης αλλά ο κόλακας (ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ ακόμα), έτσι και το dramatic στην προκειμένη περίπτωση δεν μεταφράζεται “δραματικός”, αλλά “εντυπωσιακός”. (http://sarantakos.wordpress.com/2012/09/02/meze-30)

Ετυμολογία

ετερογονία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική heterogony < γερμανική Heterogonie < hetero- (<ετερο-) + -gonie (< αρχαία ελληνική γόνος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήετερογονίαετερογονίες
Γενικήετερογονίαςετερογονιών
Αιτιατικήετερογονίαετερογονίες
Κλητικήετερογονίαετερογονίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →