ετεροδημότης
•
- αυτός που μένει σε δήμο διαφορετικό από αυτόν στον οποίον ψηφίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετεροδημότης < ετερο- + δημότης. Η λέξη ἑτεροδημότης απαντά ήδη από το 1872
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροδημότης | ετεροδημότες |
| Γενική | ετεροδημότη | ετεροδημοτών |
| Αιτιατική | ετεροδημότη | ετεροδημότες |
| Κλητική | ετεροδημότη | ετεροδημότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →