ετεροκίνητος
•
- που δεν κινείται από μόνος του Βικιλεξικό
- βαλτός, που ενεργεί κατ'εντολή τρίτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετεροκίνητος < ετερο- + -κίνητος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροκίνητος | ετεροκίνητη | ετεροκίνητο |
| Γενική | ετεροκίνητου | ετεροκίνητης | ετεροκίνητου |
| Αιτιατική | ετεροκίνητο | ετεροκίνητη | ετεροκίνητο |
| Κλητική | ετεροκίνητε | ετεροκίνητη | ετεροκίνητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροκίνητοι | ετεροκίνητες | ετεροκίνητα |
| Γενική | ετεροκίνητων | ετεροκίνητων | ετεροκίνητων |
| Αιτιατική | ετεροκίνητους | ετεροκίνητες | ετεροκίνητα |
| Κλητική | ετεροκίνητοι | ετεροκίνητες | ετεροκίνητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →