ετεροκανονικός
•
- νεολογισμόςπου είναι ετεροφυλόφιλος ή ετερόφυλος ως προς τη σεξουαλική συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετεροκανονικός < απόδοση για την αγγλική heteronormative
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροκανονικός | ετεροκανονική | ετεροκανονικό |
| Γενική | ετεροκανονικού | ετεροκανονικής | ετεροκανονικού |
| Αιτιατική | ετεροκανονικό | ετεροκανονική | ετεροκανονικό |
| Κλητική | ετεροκανονικέ | ετεροκανονική | ετεροκανονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροκανονικοί | ετεροκανονικές | ετεροκανονικά |
| Γενική | ετεροκανονικών | ετεροκανονικών | ετεροκανονικών |
| Αιτιατική | ετεροκανονικούς | ετεροκανονικές | ετεροκανονικά |
| Κλητική | ετεροκανονικοί | ετεροκανονικές | ετεροκανονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →