Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετεροκανονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου είναι ετεροφυλόφιλος ή ετερόφυλος ως προς τη σεξουαλική συμπεριφορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ετεροκανονικός < απόδοση για την αγγλική heteronormative

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετεροκανονικόςετεροκανονικήετεροκανονικό
Γενικήετεροκανονικούετεροκανονικήςετεροκανονικού
Αιτιατικήετεροκανονικόετεροκανονικήετεροκανονικό
Κλητικήετεροκανονικέετεροκανονικήετεροκανονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετεροκανονικοίετεροκανονικέςετεροκανονικά
Γενικήετεροκανονικώνετεροκανονικώνετεροκανονικών
Αιτιατικήετεροκανονικούςετεροκανονικέςετεροκανονικά
Κλητικήετεροκανονικοίετεροκανονικέςετεροκανονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →