ετερονομία
•
- η έλλειψη αυτονομίας Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαέλλειψη αυτόνομης βούλησης, εξάρτηση από εξωγενείς παράγοντες (θρησκεία, νόμοι κ.λπ.) Βικιλεξικό
- γενετικήανωμαλία που παρουσιάζεται κατά τη διάπλαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετερονομία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hétéronomie < αρχαία ελληνική ἕτερος + νόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετερονομία | ετερονομίες |
| Γενική | ετερονομίας | ετερονομιών |
| Αιτιατική | ετερονομία | ετερονομίες |
| Κλητική | ετερονομία | ετερονομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →