ετεροπολικός
•
- χημείαδεσμός μεταξύ ιόντων με αντίθετο φορτίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετεροπολικός < έτερος + -ο- + πολικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική heteropolar)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροπολικός | ετεροπολική | ετεροπολικό |
| Γενική | ετεροπολικού | ετεροπολικής | ετεροπολικού |
| Αιτιατική | ετεροπολικό | ετεροπολική | ετεροπολικό |
| Κλητική | ετεροπολικέ | ετεροπολική | ετεροπολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροπολικοί | ετεροπολικές | ετεροπολικά |
| Γενική | ετεροπολικών | ετεροπολικών | ετεροπολικών |
| Αιτιατική | ετεροπολικούς | ετεροπολικές | ετεροπολικά |
| Κλητική | ετεροπολικοί | ετεροπολικές | ετεροπολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →