ετεροπροσδιορισμός
•
- όταν μια πράξη ή μια πολιτική θεωρία ή οποιαδήποτε ενέργεια δεν καθορίζεται σύμφωνα με τις προσωπικές αρχές του/των υποκειμένων, αλλά ανάλογα ή σε αντίδραση προς τις κινήσεις και τις απόψεις κάποιων άλλων: Βικιλεξικό
- το κόμμα μας σύντροφοι πρέπει να αποφασίσει για απεργία με βάση τις αρχές μας και όχι να την κηρύξει μόνο και μόνο επειδή είναι κατά της απεργίας οι αντίπαλοί μας - αυτό είναι ετεροπροσδιορισμός.
- θα βγω με τον Κώστα επειδή μου αρέσει και όχι από αντίδραση στους γονείς μου που δεν τους αρέσει - είναι πράξη επιλογής η σχέση μου και όχι ετεροπροσδιορισμός.
- επιβεβλημένος ετεροπροσδιορισμός από ενήλικο σε ανήλικο ή σε άτομο που δεν έχει πλήρη και νομικά αναγνωρισμένη συνειδητότητα, δηλαδή νηπιοβαπτισμός και βάπτιση νοητικά υστερούντων
Ετυμολογία
ετεροπροσδιορισμός < έτερος + προσδιορίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροπροσδιορισμός | ετεροπροσδιορισμοί |
| Γενική | ετεροπροσδιορισμού | ετεροπροσδιορισμών |
| Αιτιατική | ετεροπροσδιορισμό | ετεροπροσδιορισμούς |
| Κλητική | ετεροπροσδιορισμέ | ετεροπροσδιορισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →