ετεροφυλία
•
- το να είναι κάποιος ετερόφυλος, … Βικιλεξικό
- το να είναι κάποιος ετερόφυλος, … Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετεροφυλία < ετερόφυλος + -ία < ελληνιστική κοινή ἑτερόφυλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροφυλία | ετεροφυλίες |
| Γενική | ετεροφυλίας | ετεροφυλιών |
| Αιτιατική | ετεροφυλία | ετεροφυλίες |
| Κλητική | ετεροφυλία | ετεροφυλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →