ετερόφωνος
•
- ο αλλόγλωσσος Βικιλεξικό
- (γραμματικά, γλωσσολογικά, μουσικά) ο ανήκων σε άλλη φωνή Βικιλεξικό
- ο διαφωνών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετερόφωνος < έτερος + φωνή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετερόφωνος | ετερόφωνη | ετερόφωνο |
| Γενική | ετερόφωνου | ετερόφωνης | ετερόφωνου |
| Αιτιατική | ετερόφωνο | ετερόφωνη | ετερόφωνο |
| Κλητική | ετερόφωνε | ετερόφωνη | ετερόφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετερόφωνοι | ετερόφωνες | ετερόφωνα |
| Γενική | ετερόφωνων | ετερόφωνων | ετερόφωνων |
| Αιτιατική | ετερόφωνους | ετερόφωνες | ετερόφωνα |
| Κλητική | ετερόφωνοι | ετερόφωνες | ετερόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →