Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετερόχθων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοαυτός που βρέθηκε να κατοικεί σε ξένη χώρα για οποιονδήποτε λόγο Βικιλεξικό
    • 1844: Ανάμεσα στα προβλήματα που απασχολούν για μήνες την εθνοσυνέλευση είναι και αυτό του δικαιώματος της ισοπολιτείας των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων Ελλήνων. Πολλοί από του αντιπροσώπους υποστήριξαν τον αποκλεισμό των ετεροχθόνων από τις δημόσιες θέσεις. (Γιάννης Γρυντάκης, Γιώργος Δάλκος, Έκτορας Χόρτης, Άγγελος Χόρτης, Σαν σήμερα. Στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

ετερόχθων < ἑτερόχθων • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετερόχθονας / ετερόχθωνετερόχθωνετερόχθον
Γενικήετερόχθονα / ετερόχθονοςετερόχθονοςετερόχθονος
Αιτιατικήετερόχθοναετερόχθοναετερόχθον
Κλητικήετερόχθονα / ετερόχθωνετερόχθωνετερόχθον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετερόχθονεςετερόχθονεςετερόχθονα
Γενικήετεροχθόνωνετεροχθόνωνετεροχθόνων
Αιτιατικήετερόχθονεςετερόχθονεςετερόχθονα
Κλητικήετερόχθονεςετερόχθονεςετερόχθονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →