ετησίες
•
- άνεμοςμετεωρολογικός όρος για τους βόρειους ανέμους του καλοκαιριού, τα μελτέμια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετησίες < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἱ ἐτησίαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετησίες | ετησίες |
| Γενική | — | ετησίων |
| Αιτιατική | — | ετησίες |
| Κλητική | — | ετησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →