ετικετάρισμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ετικετάρω, η τοποθέτηση ετικετών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετικετάρισμα < ετικετάρω + -ισμα < ετικέτα < ιταλική etichetta < γαλλική étiquette < étiquette < μέση γαλλική estiquette < παλαιά γαλλική estiquette, < φραγκική *stikkan < πρωτογερμανική *stikaną / *stikōną *staikijaną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stig- / *steyg-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετικετάρισμα | ετικεταρίσματα |
| Γενική | ετικεταρίσματος | ετικεταρισμάτων |
| Αιτιατική | ετικετάρισμα | ετικεταρίσματα |
| Κλητική | ετικετάρισμα | ετικεταρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →