ετικετέζα
•
- μηχάνημα με το οποίο επικολλώνται ετικέτες σε επιφάνειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετικετέζα < (άμεσο δάνειο) γαλλική étiqueteuse < étiquette. Μορφολογικά, ετικέτ(α) + -έζα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετικετέζα | ετικετέζες |
| Γενική | ετικετέζας | ετικετέζων |
| Αιτιατική | ετικετέζα | ετικετέζες |
| Κλητική | ετικετέζα | ετικετέζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →