ετοιμάζω
•
- με τις κατάλληλες ενέργειες και προεργασία φέρνω κάποιον ή κάτι σε κατάσταση ετοιμότητας, το(ν) καθιστώ έτοιμο για κάτι Βικιλεξικό
- προετοιμάζω Βικιλεξικό
- ετοιμάζω τα μοντέλα για φωτογράφιση
- συγυρίζω, ευτρεπίζω Βικιλεξικό
- οργανώνω, προγραμματίζω, σχεδιάζω Βικιλεξικό
- διδάσκω, προετοιμάζω για εξετάσεις Βικιλεξικό
- αθλητισμόςπροπονώ Βικιλεξικό
- μηχανορραφώ Βικιλεξικό
- (μαγειρική) παρασκευάζω Βικιλεξικό
- ετοιμάζω το φαγητό
Ετυμολογία
ετοιμάζω < αρχαία ελληνική ἑτοιμάζω < ἕτοιμος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ετοιμάζω | ετοιμάζεις | ετοιμάζει | ετοιμάζουμε | ετοιμάζετε | ετοιμάζουν / ετοιμάζουνε |
| Παρατατικός | ετοίμαζα | ετοίμαζες | ετοίμαζε | ετοιμάζαμε | ετοιμάζατε | ετοίμαζαν / ετοιμάζαν / ετοιμάζανε |
| Αόριστος | ετοίμασα | ετοίμασες | ετοίμασε | ετοιμάσαμε | ετοιμάσατε | ετοίμασαν / ετοιμάσαν / ετοιμάσανε |
| Μέλλοντας | θα ετοιμάζω / θα ετοιμάσω | θα ετοιμάζεις / θα ετοιμάσεις | θα ετοιμάζει / θα ετοιμάσει | θα ετοιμάζουμε / θα ετοιμάσουμε | θα ετοιμάζετε / θα ετοιμάσετε | θα ετοιμάζουν / θα ετοιμάζουνε / θα ετοιμάσουν / θα ετοιμάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ετοιμάσει | έχεις ετοιμάσει | έχει ετοιμάσει | έχουμε ετοιμάσει | έχετε ετοιμάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ετοιμάσει | είχες ετοιμάσει | είχε ετοιμάσει | είχαμε ετοιμάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ετοιμάσει / να ετοιμάζω / να ετοιμάσω | να έχεις ετοιμάσει / να ετοιμάζεις / να ετοιμάσεις | να έχει ετοιμάσει / να ετοιμάζει / να ετοιμάσει | να έχουμε ετοιμάσει / να ετοιμάζουμε / να ετοιμάσουμε | να έχετε ετοιμάσει / να ετοιμάζετε / να ετοιμάσετε | να ετοιμάζουν / να ετοιμάζουνε / να ετοιμάσουν / να ετοιμάσουνε |
| Προστακτική | — | ετοίμαζε / ετοίμασε | — | — | ετοιμάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ετοιμάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →