Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετοιματζίδικος

/e.ti.maˈd͡zi.ði.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ρούχο που αγοράστηκε σε ετοιματζίδικο, που ήταν έτοιμος και δεν προσαρμόστηκε ή κατασκευάστηκε ειδικά για τον πελάτη Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου δεν καλής ποιότητας Βικιλεξικό
    • Ὁ τόπος δέν σηκώνει ξωτικές στολές, μπιχλιμπίδια καί τά παρόμοια. Ἕνα κομπλέ, σάν ὅλο τόν κόσμο, μά καλοραμμένο, φορεμένο μέ ἀέρα. Τοῦτο δῶ ἐτοιματζίδικο εἶναι τῆς κακῆς ὥρας. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 49)
  3. για ιδέεςπου χρησιμοποιείται αυτούσιος, όπως παρουσιάστηκε από κάποιον άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ετοιματζίδικος < έτοιμ(ος) + -ατζίδικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετοιματζίδικοςετοιματζίδικηετοιματζίδικο
Γενικήετοιματζίδικουετοιματζίδικηςετοιματζίδικου
Αιτιατικήετοιματζίδικοετοιματζίδικηετοιματζίδικο
Κλητικήετοιματζίδικεετοιματζίδικηετοιματζίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετοιματζίδικοιετοιματζίδικεςετοιματζίδικα
Γενικήετοιματζίδικωνετοιματζίδικωνετοιματζίδικων
Αιτιατικήετοιματζίδικουςετοιματζίδικεςετοιματζίδικα
Κλητικήετοιματζίδικοιετοιματζίδικεςετοιματζίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →