ετοιματζίδικος
•
- ρούχο που αγοράστηκε σε ετοιματζίδικο, που ήταν έτοιμος και δεν προσαρμόστηκε ή κατασκευάστηκε ειδικά για τον πελάτη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου δεν καλής ποιότητας Βικιλεξικό
- Ὁ τόπος δέν σηκώνει ξωτικές στολές, μπιχλιμπίδια καί τά παρόμοια. Ἕνα κομπλέ, σάν ὅλο τόν κόσμο, μά καλοραμμένο, φορεμένο μέ ἀέρα. Τοῦτο δῶ ἐτοιματζίδικο εἶναι τῆς κακῆς ὥρας. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 49)
- για ιδέεςπου χρησιμοποιείται αυτούσιος, όπως παρουσιάστηκε από κάποιον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετοιματζίδικος < έτοιμ(ος) + -ατζίδικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετοιματζίδικος | ετοιματζίδικη | ετοιματζίδικο |
| Γενική | ετοιματζίδικου | ετοιματζίδικης | ετοιματζίδικου |
| Αιτιατική | ετοιματζίδικο | ετοιματζίδικη | ετοιματζίδικο |
| Κλητική | ετοιματζίδικε | ετοιματζίδικη | ετοιματζίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετοιματζίδικοι | ετοιματζίδικες | ετοιματζίδικα |
| Γενική | ετοιματζίδικων | ετοιματζίδικων | ετοιματζίδικων |
| Αιτιατική | ετοιματζίδικους | ετοιματζίδικες | ετοιματζίδικα |
| Κλητική | ετοιματζίδικοι | ετοιματζίδικες | ετοιματζίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →