ετοιμότητα
•
- η προπαρασκευή, η ιδιότητα που έχει αυτός που είναι έτοιμος, που βρίσκεται σε εγρήγορση και περιμένει κάτι που θα χρειαστεί πιθανόν να αντιμετωπίσει, αλλά και που γενικά διακρίνεται για την ταχύτητα και συνάμα ευστοχία των αντιδράσεών του Βικιλεξικό
- του απάντησε με ετοιμότητα
- ο Κώστας διακρίνεται για την ετοιμότητά του
- κατάσταση ετοιμότητας: όταν αναμένονται δυσάρεστες εξελίξεις και γίνονται ανάλογες προετοιμασίες π.χ. τα νοσοκομεία τίθενται σε κατάσταση ετοιμότητας στις επιδημίες, οι έφεδροι σε καιρό πολέμου, οι εργαζόμενοι σε καιρό λήψης αντεργατικών μέτρων κλπ.
Ετυμολογία
ετοιμότητα < αρχαία ελληνική ἑτοιμότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετοιμότητα | ετοιμότητες |
| Γενική | ετοιμότητας | ετοιμοτήτων |
| Αιτιατική | ετοιμότητα | ετοιμότητες |
| Κλητική | ετοιμότητα | ετοιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →