ετούη
•
- ιδιωματικότούτη/αυτή Βικιλεξικό
- Την ιστορίαν ετούη που α σας πω μού την έχει ’πωμένη η γειτόνισσά μου, η Τατσή τού Γκλώτσου - θεός συχωρέη της- σαν ήμου παιδάι πεντ’ έξι χρονώ. (Σημερινό παραμύθι από το Πυργί (Αφηγήτρια: Ειρήνη Βολάκη))
Ετυμολογία
ετούη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τοῦτος < ελληνιστική κοινή τοῦτοι (πληθυντικός) < αρχαία ελληνική οὗτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →