ετσιθελισμός
•
- δραστηριότητα ή συμπεριφορά που γίνεται με το «έτσι θέλω», με αυθαιρεσία, αυταρχικότητα και χωρίς να ενδιαφέρει η γνώμη ων άλλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετσιθελισμός < έτσι + θέλ(ω) + -ισμός < μέρος της φράσης με το έτσι θέλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετσιθελισμός | ετσιθελισμοί |
| Γενική | ετσιθελισμού | ετσιθελισμών |
| Αιτιατική | ετσιθελισμό | ετσιθελισμούς |
| Κλητική | ετσιθελισμέ | ετσιθελισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →