ετυμολογικός
•
- σχετικός ή αναφερόμενος στην ετυμολογία μιας λέξης. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετυμολογικός παρασύνθετη > ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετυμολογικός | ετυμολογική | ετυμολογικό |
| Γενική | ετυμολογικού | ετυμολογικής | ετυμολογικού |
| Αιτιατική | ετυμολογικό | ετυμολογική | ετυμολογικό |
| Κλητική | ετυμολογικέ | ετυμολογική | ετυμολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετυμολογικοί | ετυμολογικές | ετυμολογικά |
| Γενική | ετυμολογικών | ετυμολογικών | ετυμολογικών |
| Αιτιατική | ετυμολογικούς | ετυμολογικές | ετυμολογικά |
| Κλητική | ετυμολογικοί | ετυμολογικές | ετυμολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →