ετυμολογισμός
•
- η αρχή ή τάση σύμφωνα με την οποία η γραφή και γενικότερα η γλωσσική μορφή πρέπει να καθορίζονται από την ετυμολογία και την ιστορική προέλευση των λέξεων και όχι από την σύγχρονη προφορά ή χρήση Βικιλεξικό
- 1932 Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Τὸ πρόβλημα τῆς ὁρθογραφίας μας, σελ. 16
- 2011 Βασίλης Συµεωνίδης, Γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση, οι ιδεολογικές αντιστάσεις κατά την πρώτη δεκαετία 1976-1986, σλ. 20
- κατ’ επέκτασηη προσκόλληση στην ετυμολογία ως κριτήριο γλωσσικής ορθότητας (συχνά με αρνητική χροιά) Βικιλεξικό
- 2012 pidyo, εταιρεία ή εταιρία;, 14. 3. 2012
Ετυμολογία
ετυμολογισμός < Συγχρονικά αναλύεται σε ετυμολογία + -ισμός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετυμολογισμός | ετυμολογισμοί |
| Γενική | ετυμολογισμού | ετυμολογισμών |
| Αιτιατική | ετυμολογισμό | ετυμολογισμούς |
| Κλητική | ετυμολογισμέ | ετυμολογισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →