Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετυμολόγηση

/e.ti.moˈlo.ʝi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πράξη ή διαδικασία ερμηνείας και παρουσίασης της ιστορικής εξέλιξης μιας λέξης Βικιλεξικό
    • Η σωστή ετυμολόγηση της λέξης είναι δυσχερής.
    • Το λεξικό παρουσιάζει κάποιες πιθανές ετυμολογήσεις, αλλά συμπεραίνει τελικά ότι η λέξη είναι άγνωστης προέλευσης.
  2. κατ’ επέκτασητο συγκεκριμένο κείμενο ή η διατυπωμένη ετυμολογική εξήγηση Βικιλεξικό
    • Διάβασα την ετυμολόγηση, αλλά δεν μου φαίνεται πολύ πειστική.

Ετυμολογία

ετυμολόγηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐτυμολόγησις. Συγχρονικά αναλύεται σε αόριστο θέμα ετυμολόγη- του ετυμολογώ + -ση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήετυμολόγησηετυμολογήσεις
Γενικήετυμολόγησηςετυμολογήσεων
Αιτιατικήετυμολόγησηετυμολογήσεις
Κλητικήετυμολόγησηετυμολογήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →