ετυμολόγηση
•
- η πράξη ή διαδικασία ερμηνείας και παρουσίασης της ιστορικής εξέλιξης μιας λέξης Βικιλεξικό
- Η σωστή ετυμολόγηση της λέξης είναι δυσχερής.
- Το λεξικό παρουσιάζει κάποιες πιθανές ετυμολογήσεις, αλλά συμπεραίνει τελικά ότι η λέξη είναι άγνωστης προέλευσης.
- κατ’ επέκτασητο συγκεκριμένο κείμενο ή η διατυπωμένη ετυμολογική εξήγηση Βικιλεξικό
- Διάβασα την ετυμολόγηση, αλλά δεν μου φαίνεται πολύ πειστική.
Ετυμολογία
ετυμολόγηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐτυμολόγησις. Συγχρονικά αναλύεται σε αόριστο θέμα ετυμολόγη- του ετυμολογώ + -ση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ετυμολόγηση | ετυμολογήσεις |
| Γενική | ετυμολόγησης | ετυμολογήσεων |
| Αιτιατική | ετυμολόγηση | ετυμολογήσεις |
| Κλητική | ετυμολόγηση | ετυμολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →