ευ αγωνίζεσθαι
•
- λόγιοη τήρηση αρχών δικαιοσύνης, σεβασμού και ήθους στον αθλητισμό και τον ανταγωνισμό γενικότερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευ αγωνίζεσθαι < αρχαία ελληνική εὖ + ἀγωνίζεσθαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →