ευάλωτος
•
- που κυριεύεται εύκολα Βικιλεξικό
- που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κίνδυνο ή επίθεση Βικιλεξικό
- Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. («Μέλημά μου όσοι είναι στη σκιά, στα πίσω θρανία, στο περιθώριο», ΤΑ ΝΕΑ, 2024/03/04, https://www.tanea.gr/print/2024/03/04/interviews/melima-mou-osoi-einai-crsti-skia-sta-piso-thrania-sto-perithorio/)
- Ο πολιτισμός δίνει ανάσες, «εξουδετερώνει» προσωρινά το πολιτικό ναρκοπέδιο τη δεκαετία του 1960. Η εγκιβωτισμένη εκρηκτική ύλη είναι όμως εκεί. και Η Ένωση Κέντρου έχει μόλις γεννηθεί, θεωρείται ευάλωτη, ψαθυρή. (Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη 1957-2017, 2023)
Ετυμολογία
ευάλωτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐάλωτος < εὖ + ἁλίσκομαι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευάλωτος | ευάλωτη | ευάλωτο |
| Γενική | ευάλωτου | ευάλωτης | ευάλωτου |
| Αιτιατική | ευάλωτο | ευάλωτη | ευάλωτο |
| Κλητική | ευάλωτε | ευάλωτη | ευάλωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευάλωτοι | ευάλωτες | ευάλωτα |
| Γενική | ευάλωτων | ευάλωτων | ευάλωτων |
| Αιτιατική | ευάλωτους | ευάλωτες | ευάλωτα |
| Κλητική | ευάλωτοι | ευάλωτες | ευάλωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →