ευέλικτος
•
- που κάνει εύκολα ελιγμούς, που ελίσσεται εύκολα, που αλλάζει εύκολα κατεύθυνση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου προσαρμόζεται εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευέλικτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐέλικτος (
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευέλικτος | ευέλικτη | ευέλικτο |
| Γενική | ευέλικτου | ευέλικτης | ευέλικτου |
| Αιτιατική | ευέλικτο | ευέλικτη | ευέλικτο |
| Κλητική | ευέλικτε | ευέλικτη | ευέλικτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευέλικτοι | ευέλικτες | ευέλικτα |
| Γενική | ευέλικτων | ευέλικτων | ευέλικτων |
| Αιτιατική | ευέλικτους | ευέλικτες | ευέλικτα |
| Κλητική | ευέλικτοι | ευέλικτες | ευέλικτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →