Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευέλικτος

/eˈve.li.ktow/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κάνει εύκολα ελιγμούς, που ελίσσεται εύκολα, που αλλάζει εύκολα κατεύθυνση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου προσαρμόζεται εύκολα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευέλικτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐέλικτος (

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευέλικτοςευέλικτηευέλικτο
Γενικήευέλικτουευέλικτηςευέλικτου
Αιτιατικήευέλικτοευέλικτηευέλικτο
Κλητικήευέλικτεευέλικτηευέλικτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευέλικτοιευέλικτεςευέλικτα
Γενικήευέλικτωνευέλικτωνευέλικτων
Αιτιατικήευέλικτουςευέλικτεςευέλικτα
Κλητικήευέλικτοιευέλικτεςευέλικτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →