ευαγγελικός
•
- αυτός που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, αυτός που δέχεται a priori ως θεόπνευστο κείμενο μόνο την Αγία Γραφή - απόχρωση του χριστιανικού δόγματος των Διαμαρτυρόμενων Βικιλεξικό
- Η κατά χάριν σωτηρία και η βεβαιότητα της σωτηρίας είναι 2 από τα βασικά δόγματα που χαρακτηρίζουν τους ευαγγελικούς.
- ο ασκητικός στον τρόπο ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευαγγελικός < ευαγγέλιο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαγγελικός | ευαγγελική | ευαγγελικό |
| Γενική | ευαγγελικού | ευαγγελικής | ευαγγελικού |
| Αιτιατική | ευαγγελικό | ευαγγελική | ευαγγελικό |
| Κλητική | ευαγγελικέ | ευαγγελική | ευαγγελικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαγγελικοί | ευαγγελικές | ευαγγελικά |
| Γενική | ευαγγελικών | ευαγγελικών | ευαγγελικών |
| Αιτιατική | ευαγγελικούς | ευαγγελικές | ευαγγελικά |
| Κλητική | ευαγγελικοί | ευαγγελικές | ευαγγελικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →