Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευαγγελικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, αυτός που δέχεται a priori ως θεόπνευστο κείμενο μόνο την Αγία Γραφή - απόχρωση του χριστιανικού δόγματος των Διαμαρτυρόμενων Βικιλεξικό
    • Η κατά χάριν σωτηρία και η βεβαιότητα της σωτηρίας είναι 2 από τα βασικά δόγματα που χαρακτηρίζουν τους ευαγγελικούς.
  2. ο ασκητικός στον τρόπο ζωής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευαγγελικός < ευαγγέλιο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευαγγελικόςευαγγελικήευαγγελικό
Γενικήευαγγελικούευαγγελικήςευαγγελικού
Αιτιατικήευαγγελικόευαγγελικήευαγγελικό
Κλητικήευαγγελικέευαγγελικήευαγγελικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευαγγελικοίευαγγελικέςευαγγελικά
Γενικήευαγγελικώνευαγγελικώνευαγγελικών
Αιτιατικήευαγγελικούςευαγγελικέςευαγγελικά
Κλητικήευαγγελικοίευαγγελικέςευαγγελικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →