ευαγγελιστάριο
•
- θρησκείαεκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει τα αποσπάσματα των ευαγγελίων με τη σειρά που διαβάζονται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευαγγελιστάριο < ευαγγελιστής + -άριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαγγελιστάριο | ευαγγελιστάρια |
| Γενική | ευαγγελιστάριου | ευαγγελιστάριων |
| Αιτιατική | ευαγγελιστάριο | ευαγγελιστάρια |
| Κλητική | ευαγγελιστάριο | ευαγγελιστάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →